Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

21 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης










Η πρώτη μέρα της άνοιξης  είναι γεμάτη ποίηση!   










 Ήμουν βουνό
ήσουν θάλασσα
κι άλλο τρόπο δεν είχαμε
να έλθουμε κοντά
έκανες εσύ τα όνειρά σου βροχή και χιόνι
κι έκανα τα όνειρά μου ρέματα και ποτάμια
κι έτσι μένουμε
δεμένοι με το νερό των ονείρων

...............................................................................................................................................................
 
Κωνσταντίνος Καβάφης
Ο καθρέπτης στην είσοδο

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό·
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(
τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),
στέκονταν μένα δέμα. Το παρέδοσε
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη
έμεινε μόνος, και περίμενε.
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν
κέσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κέφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει,
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα·
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,
κεπαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.
 ................................................................................................................................................................
Οδυσσέας Ελύτης
                 Το παράπονο 

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.


.......................................................................................
 


Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,                                
  
που ο κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα;
και πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;

Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσαν,
κι ουδ’ όλπιζα, ουδ’ ανίμενα τ’ αφτιά μου σ’ ό,τι ακούσαν.
Και πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ; Kι α’ θέλω, δε μ’ αφήνει
τούτ’ η καρδιά που εσύ `βαλες σ’ τσ’ αγάπης το καμίνι.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ’ άνθη,
μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδίν εχάθη;

Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέω τώρα,
και γρήγορα μισεύγω σου, μακραίνω από τη χώρα.
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ’ είδα ποτέ μου,
μα ένα κερίν αφτούμενον εκράτουν, κι ήσβησέ μου.
Όπου κι αν πάω, κι αν βρεθώ, και ότι καιρόν κι αν ζήσω,
τάσσω σου άλλη να μη δω, μηδένα ν’ αντρανίσω.

Ζωγραφιστή σ’ όλον το νουν έχω τη στόρησή σου,
και δεν μπορώ άλλη να δω παρά την εδική σου.
Eγώ, δε σ’ εζωγράφισα, ήβγαλα απ’ την καρδιά μου
αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η ζωγραφιά μου.

Και βγάνει από το δακτύλι της όμορφο δακτυλίδι,
με δάκρυα κι αναστεναμούς του Pώκριτου το δίνει.
Λέγει του "Nα, και βάλε το εις το δεξό σου χέρι,
σημάδι πως, ώστε να ζω, είσαι δικό μου ταίρι.''

Kάλλιά `χω εσέ με θάνατον, παρ’ άλλη με ζωή μου,
για σένα εγεννήθηκε στον κόσμον το κορμί μου.

Eγώ `μαι νιά και κοπελιά, και πάλι δε φοβούμαι,
και για θανάτους εκατό τον πόθο δεν αρνούμαι.
...................................................................................................................

Αυτοί παιδί μου δεν
δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους
όλο δεν και δεν και δέν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους
δεν χάιδεψαν σκυλί γατί πουλάκι πληγωμένο
γυναίκα άσχημη και στερημένη
αυτοί παιδί μου δεν
δεν δίνουν τ' Αγγέλου τους νερό
δεν άκουσαν ποτέ
ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο
δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους
το άοσμο άνθος του θανάτου
δεν είδαν-κατάργησαν τα μάτια τους-
μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα
αυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν' απαιτούν
περισσότερα  περισσότερα   περισσότερα περί...
που έτσι γράφεται το μέλλον μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου