Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Συνάντηση με τον Θεόδωρο Παπαγιάννη...





του Νίκου Δρούβη
της Εύας Μηλιώτη και 
της Θέμιδος Φούλια



Στο  φιλόξενο σπίτι του  στα Γιάννενα μας δέχτηκε ο κύριος  Θεόδωρος Παπαγιάννης. Η χαρά μας ήταν μεγάλη, αφού μάθαμε πολλά πράγματα για τη ζωή και το έργο ενός τόσο σημαντικού εικαστικού καλλιτέχνη ο οποίος κατάγεται από την Ήπειρο και αυτό μας κάνει ιδιαίτερα περήφανους. Μάθαμε, επίσης,  πολλά πράγματα για το Μουσείο του το οποίο βρίσκεται στο Ελληνικό και για τα χρόνια που έζησε σε αυτό το μέρος και στιγμάτισαν τη ζωή του.

 

     
Κ. Παπαγιάννη, πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;

   

Τα  παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στο Ελληνικό, το χωριό μου. Έβγαλα το Δημοτικό εκεί, σ’ αυτό το ωραίο πετρόχτιστο σχολείο που έχετε δει.  Είναι  χτισμένο από ευεργέτη του χωριού μας ο οποίος δεν είχε πάει σχολείο ποτέ.   Όταν έβγαλε, λοιπόν, χρήματα, ζήτησε να γίνει ένα σχολείο. Το  χρηματοδότησε  με  τη διαθήκη του κι έτσι έγινε αυτό το λαμπρό σχολείο, ασυνήθιστα μεγάλο για χωριό, το οποίο λειτουργεί ακόμα  σαν Δημοτικό. Είναι διπλό σχολείο, δηλαδή είναι και σχολείο και μουσείο, επειδή  και το μουσείο είναι  σχολείο.
 Στα   παιδικά μου χρόνια, λοιπόν,   ήμουνα ζωηρός, τόσο που οι συγχωριανοί μου με φώναζαν Καπετάν Ρακιά. Ρακιάς σημαίνει Θεοδωράκης, Ράκης. Καπετάν Ράκης, λοιπόν, γιατί ηγούμουν στην ομάδα που έκανε τις ζημιές.  Όταν  τελείωσα το Δημοτικό,  μας προετοίμαζε ο δάσκαλος πέντε, έξι παιδιά  να πάμε στο Γυμνάσιο, γιατί τότε δίναμε εξετάσεις για να πάμε στο Γυμνάσιο.  Μας  έβαζε διάφορα προβλήματα. Εμένα με είχε για καλό μαθητή. Με  άφηνε τελευταίο συνήθως να απαντήσω. Δεν  απάντησα κάπου σε μια ερώτηση κι έτσι  ήρθε από πίσω μου νευριασμένος και μου έριξε μια σφαλιάρα δυνατή. Χτύπησα το χείλος μου, εδώ ακόμα έχω το σημάδι, στον πίνακα και ξεκίνησαν τα αίματα. Οπότε εγώ δήλωσα ότι δε θα πάω. Σας τη λέω αυτή την περιπέτεια γιατί αξίζει τον κόπο. Η μάνα μου προσπάθησε να με πείσει να αλλάξω γνώμη. Ο  πατέρας μου δούλευε εδώ στα Γιάννενα και βγήκε στο χωριό  για να με μεταπείσει, αλλά κι αυτός τίποτα. Του είπα ότι αποκλείεται να  πάω στο Γυμνάσιο και ο πατέρας μου, αφού δεν μπόρεσε να με πείσει, μου είπε ότι, αφού δε θέλω να μάθω γράμματα,  να πάω να  βοσκήσω πρόβατα.  Μου  αγοράζει δώδεκα, δεκατρία πρόβατα, λοιπόν,  να τα φυλάω. Μου είπε να πάω να τα  φυλάξω για να καταλάβω την αξία.  Τότε ,  λοιπόν,  εκείνο το διάστημα,  εκείνη τη χρονιά, αρχίζω να σκαλίζω πέτρες.   Δεν  κοίταγα καν  τα πρόβατα.  Άρχισα  να σκαλίζω πέτρες.  Κάθε  μέρα σκάλιζα  σε μια πέτρα  κι από ένα κεφάλι. Το πήγαινα στο  χωριό, εκεί στο καφενείο, το έβλεπαν οι διάφοροι χωριανοί κι έλεγαν πως είναι ο τάδε, αφού του ‘μοιαζε. Μου έλεγαν μάλιστα την επόμενη μέρα  να τους  φτιάξω τον τάδε.  Έτσι,  τους πήγαινα την άλλη μέρα κι εγώ  μια άλλη πέτρα, όπως την ήθελαν.   Τα  πρόβατα, όμως,  έφευγαν, δεν τα πρόσεχα και πήγαιναν δεξιά, αριστερά στα χωράφια, με αποτέλεσμα να μηνύσουν τον πατέρα μου. Οπότε είπε σε έναν ξάδελφό μου που ήταν δάσκαλος, τον Κώστα,  να δει αν  θυμάμαι τίποτα για να πάω να δώσω εξετάσεις.  Κι  εμένα με  ρώτησε πάλι αν  θέλω να πάω στο γυμνάσιο.  Έδωσα  εξετάσεις και μάλιστα, επειδή δεν πρόλαβα τις εξετάσεις εδώ στα Γιάννενα,  έδωσα στο Καλέντζι.   Πήγα  εκεί για λίγο -δυο τρεις μήνες στην αρχή- κι ύστερα γύρισα στη Ζωσιμαία  όπου ήταν ο Βρέλλης δάσκαλος Τεχνικών κι εκεί συναντηθήκαμε με τον Βρέλλη. Πήγα  Γυμνάσιο στη Ζωσιμαία και από κει στην Καλών Τεχνών στην Αθήνα.
 Ποιος ή τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη γλυπτική;
Στη γλυπτική  με παρακίνησε η ανησυχία μου και οι πέτρες που κάποτε βρήκα μπροστά μου. Η ανησυχία μου από την άποψη ότι δεν ήμουν ήσυχος άνθρωπος, δε βολευόμουν εύκολα, ήμουν ένα ζωηρό παιδί που διαρκώς έκανε ζαβολιές. Από την άλλη,  κάπου βρήκα μια πέτρα που είχε βγάλει ο πατέρας μου, όταν ξελάκωσε ένα χωράφι (Ξελακώνω, ξέρετε,  σημαίνει σκάβω ένα χέρσο χωράφι. Το  σκάβω βαθιά και  βγάζω όποιες πέτρες έχει μέσα για να γίνει εύφορο ώστε να  καλλιεργηθεί).  Αυτές  οι πέτρες ήταν μαλακές και εγώ τις σκάλισα. Έτσι, άρχισε η γλυπτική μου. Δεν με παρακίνησε δηλαδή κανένας. Δεν ήξερα πολλά από τέχνη. Στο   σχολείο κάτι  σχεδίαζα, κάπως έφτιαχνα κάποια  πράγματα.
Υπήρξε κάποιος στο κοντινό σας περιβάλλον καλλιτέχνης;
Όχι. Να σας πω κι αυτή την ιστορία, γιατί αξίζει τον κόπο. Όταν μαζευόμασταν  όλα τα παιδιά Πάσχα και Χριστούγεννα εδώ,  τα αδέρφια μου,  για να πειράξουν τους γονείς μας,  έλεγαν πως τώρα θα σας κάνουμε διαγωνισμό, για να δούμε από ποιον πήρε ο Θόδωρος το ταλέντο.  Ο πατέρας μου έλεγε πως, όταν πήγε στο στρατό, του έδωσαν ένα όπλο, αλλά δεν είχε κοντάκι.  Άρχισε, λοιπόν, να σκαλίζει ένα ξύλο και το προσάρμοσε για να φτιάξει το κοντάκι από το όπλο. Έκανε  ξυλογλυπτική. Η μάνα μου έλεγε κι αυτή  πως κεντούσε πολύ ωραία. Μάλιστα   είχε πάει και σε οικοκυρική σχολή και τα κατάφερνε πολύ καλά στο νοικοκυριό της. Λοιπόν, έλεγε ότι μπορεί  να πήρα από κείνη.  Από  κάποιον πήρα πάντως.  Σίγουρα υπήρχε ένα καλλιτεχνικό αισθητήριο στην οικογένεια,  στους γονείς μου,  γιατί και η αδερφή μου  είχε ιδιαίτερη έφεση στα καλλιτεχνικά και έφτιαχνε πράγματα.
Ήταν  δύσκολη η πορεία σας στο χώρο της τέχνης; Τι σας βοήθησε να ξεπεράσετε τις δυσκολίες;
 Οι δυσκολίες ήταν από τη ζωή την ίδια, γιατί τότε δεν έβγαιναν  εύκολα τα  χρήματα, ούτε ήταν εύκολο για ένα χωριατόπαιδο να πάει στην Αθήνα να σπουδάσει. Ακόμη,  ήταν  δύσκολα χρόνια και δεν πήγαινε και καλά η δουλειά του πατέρα μου.  Ήταν  πάρα πολύ δύσκολο να ζήσεις στην Αθήνα, γι’ αυτό επιδίωξα να πάω σε οικοτροφείο. Το ευτύχημα είναι ότι βγήκα πρώτος, πήρα υποτροφία και πήγα χωρίς φροντιστήριο. Δηλαδή  έφυγα από εδώ και δεν είχα τελειώσει τη Ζωσιμαία,  γιατί υπήρχε δυνατότητα, όπως υπάρχει και σήμερα,  για εξαιρετικά ταλέντα να μπορείς να δώσεις  εξετάσεις μαζί με τους άλλους.  Έκανα  νυχτερινό γυμνάσιο και τελείωσα, για να συνεχίσω να πάρω το θεωρητικό δίπλωμα της Σχολής. Έπρεπε  να έχεις το απολυτήριο γυμνασίου για  να πάρεις το θεωρητικό δίπλωμα, για να μπορείς να διοριστείς και  καθηγητής  μετά. Επίσης,  εργαζόμουν. Όταν  πήγα, είπα στο δάσκαλό μου, τον καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών, αν έχει δουλειά.  Δούλεψα στο δικό του εργαστήριο  και αυτό, επίσης, ήταν μία δεύτερη σχολή για μένα,  διότι η σχολή έχει  μεν τις ασκήσεις, εκεί, όμως, στο εργαστήριο ενός γλύπτη,  βλέπεις κι άλλα προβλήματα. Τα  ουσιαστικά προβλήματα είναι εκεί. Και  αυτό μου έκανε πάρα πολύ καλό.
 Η τέχνη σας ξεχωρίζει, καθώς χρησιμοποιείτε υλικά ανακυκλώσιμα. Πώς ξεκίνησε αυτό; Ποια είναι η σχέση σας με το φυσικό περιβάλλον;
 Έχω  μεγάλη ευαισθησία  στο θέμα της προστασίας του περιβάλλοντος και γι’ αυτό οδηγήθηκα στην ανακύκλωση. Οδηγήθηκα  στην ανακύκλωση κι από έναν άλλο λόγο. Από το ότι οι σπουδαστές μου μου λέγανε ότι δεν έχουνε υλικά, δεν έχουνε το ένα, δεν έχουνε το  άλλο. Τότε,  τους είπα να  ψάξουν,  να βρουν εδώ γύρω υλικά,  στην Πειραιώς, ας πούμε,  όπου είχε μεταφερθεί η Σχολή Καλών Τεχνών. Εκεί γύρω έχει πολλά εργοστάσια τα οποία πετάνε πολλά υλικά. Τους  έλεγα, λοιπόν, να  βρουν όποιο χρήσιμο υλικό θέλουν, να το φέρουν   στο εργαστήριο και με αυτό θα δουλεύαμε. Έβρισκαν  υλικά  και έφτιαχναν  ιδιαίτερα και πρωτότυπα πράγματα. Ας πούμε, ήταν εκεί μαγαζιά που έφτιαχναν παπούτσια ή επεξεργάζονταν δέρματα τα οποία τα ξύνουν και βγάζουν ένα χνούδι περίεργο.  Μαζί  με ειδικές κόλλες που χρησιμοποιούμε εμείς φτιάχναμε ένα υλικό καταπληκτικό και από αυτό  φτιάχναμε μάσκες ή  μεγαλύτερα πράγματα ή ντύναμε τα γλυπτά. Ύστερα, υπήρχαν εργοστάσια χαρτιού όπως η  Softex. Πέρναγα  και τους γύρευα εγώ χαρτί και άλλα ανακυκλώσιμα υλικά. Τα παίρναμε, τα κάναμε πολτό και με χαρτί και κόλλες φτιάχναμε   πολύ ωραίες κατασκευές και δε μας στοίχιζαν και τίποτα.
  Στη Σχολή  υπάρχει εργαστήριο μετάλλου,  εργαστήριο ξύλου, εργαστήριο μαρμάρου,  εργαστήριο κεραμικής. Βάζαμε  ειδικές ασκήσεις, για να περνάνε τα παιδιά απ’ αυτά τα εργαστήρια, αλλά πολλές φορές η τέχνη βασίζεται και  στο νέο   πράγμα. Και  αυτό το έδιναν αυτά τα υλικά.  Και εγώ από  το κάψιμο του Πολυτεχνείου  πήρα τα αποκαΐδια και δημιουργήθηκαν αυτά τα έργα που δημιουργήθηκαν στο Μουσείο αλλά και πολλά άλλα.  Με ενδιαφέρει η προστασία του περιβάλλοντος πραγματικά, γιατί αυτό είναι το γενικότερο πρόβλημα το οποίο μας εμπεριέχει όλους.  Δηλαδή,  αν μολυνθεί η ατμόσφαιρα,  είμαστε όλοι χαμένοι. Εάν δηλαδή δεν προσέξουμε τη φύση, μολύνουμε τα νερά, εξαντλήσουμε τις πρώτες ύλες, ρυπάνουμε το χώρο, αυτά θα έχουν επιπτώσεις σε μας και ιδιαίτερα σε εσάς τους νέους. Εμείς  ζήσαμε,  αλλά τα παιδιά μας και εσείς  είστε αυτοί που θα τα διαχειριστείτε και θα  ζήσετε  με αυτά τα πράγματα.   Έξω  από το Μουσείο έχω αυτό το φίδι στο οποίο  μαζέψαμε τα σκουπίδια από το δρόμο και τα βάλαμε εκεί.  Φτιάξαμε  ένα δέντρο πάλι με σκουπίδια  που μαζέψαμε από το δρόμο. Αυτά  που πετάνε  κάποιοι συμπατριώτες μας με μεγάλη ευκολία.   Καλό είναι να  ανακυκλώνουμε τα υλικά.  Οι  πρώτες ύλες δεν είναι ανεξάντλητες.  Πρέπει  να προστατεύουμε το περιβάλλον με κάθε τρόπο.                   
 Δημιουργήσατε ένα μουσείο στο Ελληνικό. Πείτε μας λίγα λόγια για το Μουσείο αυτό. Γιατί έγινε στο Ελληνικό; Ποια θα θέλατε να είναι η πορεία του στο μέλλον;
Το σκέφτηκα πολύ αυτό πριν το κάνω. Μια αιτία ήταν ότι το σχολείο έμενε σιγά σιγά άδειο από παιδάκια. Πιθανόν δε, να κλείσει αύριο μεθαύριο. Τον ήξερα αυτόν το χώρο μιας και είχα πάει κι εγώ  σχολείο εκεί. Ήταν σε άσχημη κατάσταση. Αξιοποιήσαμε  ένα πρόγραμμα. Έτσι,  ανακαινίστηκε  και τους πρότεινα να τους δώσω γλυπτά για να γίνει μουσείο. Ο  Δήμος δέχτηκε την πρότασή μου και αρχίσαμε να δρομολογούμε αυτήν την ιστορία. Οι πόλεις έχουν μουσεία πολλά. Για μένα δεν είχε τόσο μεγάλο νόημα να χτίσω ακόμα ένα μουσείο σε μια πόλη. Ήθελα να γίνει σε ένα χωριό. Γιατί,  πρώτον,  και τα χωριά έχουν τα δικαιώματά τους  στην τέχνη. Δεύτερον,  γι’ αυτά τα έργα αυτός ήταν ο φυσικός τους προορισμός και το περιβάλλον τους,  διότι έγιναν από τις μνήμες μου  σε αυτόν το χώρο.  Είναι συνδεδεμένα  με τις εμπειρίες μου και τα βιώματά μου εκεί. Επομένως, αυτό ήταν το καλύτερο περιβάλλον γι’ αυτά  να ακουμπήσουν και να μείνουν.  Εκεί  ζουν και αναπνέουν καλύτερα. Δημιουργείς, παράλληλα, πιστεύω εκεί και μια εστία πολιτισμού, διότι ένα μουσείο είναι ένα τέτοιο πράγμα. Όπως είπα, είναι ένα διπλό  σχολείο και όλοι  αυτοί που έρχονται και έχουν μια καλλιέργεια μακαρίζουν αυτά τα παιδάκια που ζουν σε αυτό το περιβάλλον, δίπλα στα έργα τέχνης και στο ότι ένα χωριό έχει ένα τέτοιο σχολείο. Ύστερα, ζωντάνεψε το χωριό.  Έρχεται κόσμος στο χωριό,  αλλιώς  θα μαράζωνε. Σιγά σιγά   φεύγει απ’ αυτό  ο κόσμος. Το χωριό έχει μοιραστεί στα τρία. Το ένα τρίτο είναι στην Αθήνα, ένα άλλο στα Γιάννενα και το  υπόλοιπο μένει εκεί.  Μένουν   μεγάλης ηλικίας άνθρωποι και ελάχιστοι νέοι. Οπότε το Μουσείο  έδωσε ζωή στον τόπο.
  Τώρα όσον αφορά το μέλλον του, αυτό νομίζω είναι το πιο δύσκολο κομμάτι, γιατί όσο ζω εγώ θα το στηρίζω. Εάν  λείψω,  όμως,  εγώ, δεν ξέρω ο γιος μου τι θα κάνει.  Φορτώνουμε  στα παιδιά συχνά  μια υποχρέωση την οποία δεν ξέρουμε αν θα την αντέξουν. Ελπίζω ότι θα ενδιαφερθεί γι’ αυτό και θα το φροντίσει όσο είναι και η γυναίκα μου,  που είναι μικρότερη από εμένα. Δεν έχω υπερβολικές ελπίδες στην τοπική αυτοδιοίκηση,  γιατί πιστεύω ότι δεν το αισθάνονται σαν ανάγκη. Βλέπω από τώρα πώς αντιμετωπίζουν πολλά πράγματα κι εκεί που φαίνεται πως ενδιαφέρονται γιατί ακούγεται το χωριό και η περιοχή, εκεί βλέπεις  αδιαφορία που σε σκοτώνει. Άραγε, αν λείψω εγώ ή αδιαφορήσω, θα ενδιαφερθούν αυτοί; Καταρχάς,  τέσσερα χρόνια που λειτουργεί πληρώνω εγώ την υπάλληλο, παρόλο που είναι Δημοτικό το Μουσείο. Εγώ τα χάρισα στο Δήμο. Όσο αντέχω εγώ, θα’ ναι εντάξει. Είναι  άλλωστε η ψυχή μου αυτό το πράγμα.
 Μέσα στα έργα σας υπάρχουν: το ψωμί, η παιδεία, η μετανάστευση, η  εθνική ευεργεσία, οι αγροτικές ασχολίες. Όλα αυτά είναι απλά καθημερινά θέματα τα οποία μάλιστα χαρακτηρίζουν την Ήπειρο. Τελικά όλα για εσάς είναι  τόσο απλά  και καθημερινά; Εκεί είναι το μυστικό της ζωής νομίζετε;
Ακούστε, την παιδεία τη θεωρώ  σπουδαίο θέμα. Τα  Γιάννενα δεν είναι οποιαδήποτε πόλη. Ήταν  πρώτη  πόλη στα άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα. Εδώ υπήρξαν σχολεία, όταν η Αθήνα ήταν χωριό,  σχεδόν πανεπιστήμια,  όπως το Καπλάνειο,  το Μαρούτσειο , η Ζωσιμαία.  Ένα  σωρό μεγάλα σχολεία  υπήρχαν επί Τουρκοκρατίας και βγήκαν και δάσκαλοι του Γένους όπως ο Ψαλίδας, ο Ανθρακίτης, ο Βούλγαρης. Μεγάλες  μορφές πέρασαν  από δω, γι’ αυτό και το έλεγαν αυτό για  τα Γιάννενα.   Υπήρχε  μεγάλος σεβασμός από τους πνευματικούς ανθρώπους για τα Γιάννενα λόγω αυτού του  πράγματος. Το Πανεπιστήμιο εδώ έχει γίνει με χρήματα του Δομπόλη, το Πολυτεχνείο έχει γίνει από άλλους Ηπειρώτες, όπως και το Ζάππειο και τόσα άλλα. Η  ευεργεσία είναι κομμάτι σημαντικό για την Ήπειρο. Την  ονόμασαν εύανδρον Ήπειρο εξαιτίας αυτών των σημαντικών ανθρώπων, όπως ο Ριζάρης, ας πούμε, με τη Ριζάρειο Σχολή.  Έχουμε μια παράδοση την οποία πρέπει να τη σεβαστούμε και να τη στηρίξουμε και εμείς  οι σημερινοί Ηπειρώτες. Εμείς, όμως,  έχουμε την υποχρέωση και να σεβαστούμε τη μνήμη τους και να φροντίσουμε για τη συνέχεια και να φανούμε αντάξιοι αυτού του χώρου ο οποίος έχει μεγάλη ιστορία. Επομένως, αυτό έπρεπε να το έχουμε κατά νου όλοι.  Όταν  δουλεύουμε κι εκεί που είμαστε στην Αθήνα,  εδώ είναι ο νους μας. Εγώ, ας πούμε, ήρθα εδώ στο Πανεπιστήμιο στο Τμήμα των Εικαστικών Τεχνών.  Ήμουν στην πρώτη επιτροπή και παλέψαμε να γίνει εδώ αυτή η Σχολή.  Μετά  ήρθαμε εδώ να την εμψυχώσουμε. Τώρα έφτιαξα το Μουσείο, γιατί και η Σχολή αυτή χρειάζεται μουσεία. Γιατί αυτοί οι σπουδαστές πρέπει να έχουν μουσεία,  για να πηγαίνουν να βλέπουν. Στην Αθήνα εμείς έχουμε δίπλα από τη Σχολή στο Πολυτεχνείο  το Αρχαιολογικό Μουσείο.  Είχαμε τέτοιο περιβάλλον. Και τούτοι πρέπει να το δημιουργήσουν το περιβάλλον. Έφτιαξε στο Μέτσοβο ο Αβέρωφ  Πινακοθήκη, έφτιαξε στη Ζίτσα ο Κώστας ο Μαλάμος, έχουμε την Πινακοθήκη εδώ, έχουμε Λαογραφικό  Μουσείο, Αρχαιολογικό  στα Γιάννενα, στην Άρτα, στην Ηγουμενίτσα,  στη Νικόπολη και χρειάζεται αυτό το περιβάλλον της τέχνης  για τα νέα παιδιά που σπουδάζουν και για εσάς όμως. Οι αρχαίοι δημιούργησαν τις Μούσες οι οποίες ήταν οι προστάτιδες των τεχνών και τον άνθρωπο που δεν είχε επαφή με τις τέχνες τον έλεγαν άμουσο.  Είναι  μεγάλο έλλειμμα για την παιδεία,  αν δεν υπάρχει αυτή η επαφή.
 Οι φιγούρες σας είναι πανύψηλες. Μοιάζουν με γίγαντες. Λες και θέλουν να φυλάξουν κάτι. Γιατί αλήθεια είναι τόσο μεγάλες;  Προστατεύουν  κάτι;
Όχι. Είναι μεγάλες,  γιατί θέλω να φεύγουν από την ανθρώπινη κλίμακα. Ήθελα να είναι υπερβατικά πράγματα αυτά.  Είναι  οι πρόγονοί μας; Είναι άνθρωποι πνευματικοί; Είναι  δάσκαλοι του γένους; Είναι ευεργέτες; Αγωνιστές;   Εμφανίζονται  μπροστά μας, για να μας πουν  πού πάμε;  Τα είπα τα Φαντάσματά μου  και στο κείμενο που έγραψα λέω ότι τις έφτιαξα σαν φαντάσματα για να φοβηθεί, να δούμε μήπως φοβηθεί κάποιος. Γιατί  κάηκε  ένα Πολυτεχνείο, ένα ιστορικό κτίριο, και ήταν σαν να μη συνέβηκε τίποτα. Λέω κάπου ότι απευθύνομαι σε ένα έθνος υπνωτισμένο. Όταν δεν αντιδράς σε τέτοιου είδους γεγονότα, σημαίνει ότι έχεις κάποια  άμβλυνση μέσα σου,  ότι έχεις πάθει κάποια ζημιά. Γιατί ένας άνθρωπος που βλέπει τέτοιου είδους πράγματα,  αντιδρά. Αναρωτιέται  τι γίνεται εδώ. Δεν καίγεται ένα πνευματικό ίδρυμα  με ιστορία έτσι, χωρίς να συμβαίνει τίποτα.  Δεν  ξέρω ποιος το έκαψε.  Δε με ενδιαφέρει κιόλας. Με ενδιαφέρει το γεγονός,  όπως με ενδιαφέρει κι όταν καίγονται όλα αυτά τα δάση και δεν υπάρχει αντίδραση. Δάση που είναι η ζωή μας και πανεπιστήμια που είναι η γνώση μας.  Αν  κάψεις αυτά τα δύο πράγματα, συμβολικά υπάρχει κάτι πάρα πολύ παρακμιακό. Σημαίνει ότι κάτι λάθος συμβαίνει στη χώρα που δεν αντιδρά σε αυτού του είδους τις  καταστροφές και  το πώς αντιδρά  πάλι είναι παιδεία.  Μαθαίνεις στο παιδί ότι πρέπει να σέβεται το περιβάλλον, ότι πρέπει να σέβεται τη φύση και ότι τα σχολεία δεν είναι  για να τα ρυπαίνουμε.  Εγώ αισθάνομαι ότι υποβαθμίζεται η ζωή μου μπαίνοντας σε ένα βρώμικο χώρο. Πώς να μιλήσεις για ιδέες και αξίες, όταν το περιβάλλον είναι βρώμικο; Όλα αυτά έχουν σημασία.


Έχετε λάβει μέρος σε αρκετά συμπόσια γλυπτικής σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Πώς νομίζετε  ότι αυτό βοηθά να έρθουν κοντά οι πολίτες σε μια τόσο ιδιαίτερη μορφή τέχνης;                    
Τα γλυπτά τα δημιουργούμε μπροστά στα μάτια του κόσμου. Γι’ αυτό δουλεύουμε επί τόπου και μάλιστα στο χώρο στον οποίο τα δουλεύουμε τα εγκαθιστούμε. Αυτό γίνεται εδώ και είκοσι χρόνια τώρα. Εγώ μάλιστα είμαι  από αυτούς που τα πρωτάρχισαν αυτά. Μια ομάδα από κάποιους γλύπτες, συνειδητοποιώντας αυτό το έλλειμμα που υπάρχει στην τέχνη και πόσο σημαντικό είναι να καλυφθεί,  ξεκίνησε τα συμπόσια μιας και δε ζούμε σε οποιαδήποτε χώρα. Ζούμε σε μια χώρα που ανέβασε την τέχνη σε μεγάλα ύψη. Σκεφτείτε  την αρχαιότητα. Δε ζούμε σε οποιαδήποτε τόπο,  αλλά ζούμε σε μια χώρα με μια  τεράστια παράδοση, με  τεράστια  ιστορία. Καλώς ή κακώς τη διαχειριζόμαστε εμείς.  Πρέπει  να έχουμε αυτή τη συναίσθηση του βάρους που κουβαλάμε. Έτσι,  αναλάβαμε  την πρωτοβουλία να ξαναβάλουμε την τέχνη στη ζωή του πολίτη.   Έχουμε  κάνει συμπόσια σε τουλάχιστον είκοσι πόλεις της Ελλάδας και της Κύπρου. Έχουμε κάνει ολόκληρα  πάρκα γλυπτικής με αυτόν τον τρόπο. Η τέχνη στο δημόσιο χώρο είναι αυτή που δικαιώνει και την τέχνη την ίδια, γιατί απευθύνεται στον πολίτη, στο δημότη. Αυτό ασκεί αισθητική αγωγή στον πολίτη επί χρόνια, επί αιώνες. Τα γλυπτά που μπήκαν εδώ,  θα ζήσουν αιώνες. Εμείς όλοι θα φύγουμε και θα έρθουν άλλες γενιές και άλλες. Γι’  αυτό δεν έχει σημασία σήμερα τι λέει ο άνθρωπος. Σημασία  έχει αυτό το έργο να έχει τις αξίες που χρειάζεται,  να διδάσκει εσαεί.
  Ο κόσμος, επειδή δεν είναι η τέχνη τόσο πολύ στη ζωή του, είναι αμήχανος, αισθάνεται αμήχανος μπροστά σε αυτά τα πράγματα. Όταν έρχεται και μας  παρακολουθεί, εμείς το κάνουμε,  γιατί θέλουμε να πιάσουμε κουβέντα με τον πολίτη, να  του εξηγήσουμε κάποια πράγματα. Και όταν έρχεται ο κόσμος  κοντά μας,  η πρώτη ερώτηση είναι: «Τι είναι αυτό;», χωρίς καν να δει τι φτιάχνεις εσύ. Θέλει να πάρει μια απάντηση γρήγορα και να φύγει. Βιάζεται ο κόσμος σήμερα. Ενώ το έργο τέχνης θέλει να κάτσεις,  να το περιεργαστείς, να του διαθέσεις χρόνο, να δεις τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης,  από τι πιάνεται,  γιατί κάνει το ένα, γιατί κάνει το άλλο. Εσείς υπάρχει κάτι που το μαθαίνετε  έτσι  με μια ματιά; Δε γίνεται. Για να κάνεις κάτι,  όπως να μπεις σε ένα πανεπιστήμιο,  κάθεσαι να μελετήσεις. Να μελετήσεις Ιστορία, να μελετήσεις  Έκθεση,  Μαθηματικά,  να κάνεις το ένα,  να κάνεις το άλλο. Δε γίνεται δηλαδή έτσι. Ασφαλώς,  η τέχνη με μια πρώτη ματιά θα σου δώσει κάτι.  Όμως, παίζει ρόλο και εσύ  τι παιδεία έχεις.  Ανάλογα με το πόσο έχεις ασχοληθεί με την τέχνη, αν έχεις  ασχοληθεί. Αν δεν έχεις ασχοληθεί καθόλου,  μπορεί να μη σου πει τίποτα. Όσο, όμως, έχεις μια επαφή, θα δεις ότι αμέσως θα βρεις ένα μίτο για να πιαστείς και να πεις γιατί υπάρχει αυτό ή εκείνο. Έτσι αρχίζει ο διάλογος.  Εμείς δηλαδή αυτό κάναμε.  Έρχονταν  ο κόσμος,  ειδικά εδώ στα Γιάννενα,  κάνοντας βόλτα  και  ρωτούσε γι’ αυτό που έφτιαχνα κι εγώ τον ρωτούσα να μου πει  τι βλέπει. Και έτσι άρχιζε ο διάλογος. Του έλεγες να σκεφτεί, να δει πρώτα, να δει με τα μάτια, να  εμπιστευτεί τα μάτια του δηλαδή. Κι έτσι άρχιζε ο διάλογος. Αρχίζαμε και λέγαμε  μετά μήπως είναι αυτό ή μήπως είναι εκείνο.
 Πώς νομίζετε ότι η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει σήμερα;
  

Η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει και μάλιστα πολύ. Η έλλειψή της δε, έχει επιπτώσεις σ’ όλη την κοινωνία. Το να διδαχθείς τέχνη μέσα στο σχολείο-έστω και τα βασικά που θα πάρεις- θα σε βοηθήσει και εργολάβος αν γίνεις, να γίνεις καλύτερος. Και υπάλληλος σε γραφείο να δουλεύεις, το γραφείο σου θα το κάνεις πιο όμορφο, θα έχεις καλύτερη στάση απέναντι στον πολίτη, θα έχεις άλλες ευαισθησίες. Η τέχνη αυτό κάνει. Δεν είναι ψωμί να σε χορτάσει, αλλά βοηθά τον άνθρωπο να γίνει πολιτισμένος, να γίνει ολοκληρωμένος πολίτης.  Φτιάχνει  την ψυχή του ανθρώπου, του δίνει εφόδια, τον κάνει ευαίσθητο. Ο ένας βοηθά τον άλλο και όσο πιο καλλιεργημένοι είμαστε τόσο καλύτεροι γινόμαστε στην ψυχή. Η τέχνη μπαίνει σιγά σιγά στην ψυχή του ανθρώπου και τη μεταμορφώνει.

Μπορείτε να  επισκεφθείτε και την ιστοσελίδα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης "Θεόδωρος Παπαγιάννης".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου